διανταῖος

διανταῖος
extending throughout
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανταίος — διανταῑος, α, ον (Α) [ανταίος] 1. (για επίδεσμο) αυτός που εκτείνεται απ άκρη σ άκρη, που περιδένει όλη την έκταση τραύματος 2. αμετάβλητος, αναπότρεπτος …   Dictionary of Greek

  • διανταῖοι — διανταῖος extending throughout masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταία — διανταί̱ᾱ , διανταῖος extending throughout fem nom/voc/acc dual διανταί̱ᾱ , διανταῖος extending throughout fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταίων — διανταί̱ων , διανταῖος extending throughout fem gen pl διανταί̱ων , διανταῖος extending throughout masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταίως — διανταί̱ως , διανταῖος extending throughout adverbial διανταί̱ως , διανταῖος extending throughout masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταίαν — διανταί̱ᾱν , διανταῖος extending throughout fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταίοις — διανταί̱οις , διανταῖος extending throughout masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταίᾳ — διανταί̱ᾱͅ , διανταῖος extending throughout fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανταίῳ — διανταί̱ῳ , διανταῖος extending throughout masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.